Meaning of κυκλοφορούν | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του κυκλοφορών accusative, neuter, nominative, singular, vocative
- τρίτο πρόσωπο πληθυντικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος κυκλοφορώ
Παραδείγματα
“το κυκλοφορούν νόμισμα”
“άλλες μορφές: κυκλοφορούνε, προφορικό: κυκλοφοράνε”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.