Meaning of κυβερνητικός | Babel Free
/ci.veɾ.ni.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την κυβέρνηση, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτήν
- που είναι φιλικά διακείμενος προς την κυβέρνηση
- που έχει σχέση με το κόμμα ή τα κόμματα που στηρίζουν μια κυβέρνηση ή ανήκει σ’ αυτά
- σχετιζόμενος με την επιστήμη της κυβερνητικής
Ισοδύναμα
English
governmental
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: φιλοκυβερνητικός”
“≠ αντώνυμα: αντικυβερνητικός”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.