Meaning of κρύσταλλο | Babel Free
/ˈkɾi.sta.lo/Ορισμοί
-
αιτιατική ενικού του κρύσταλλος accusative, singular
- γυαλί καλής ποιότητας με το οποίο κατασκευάζονται διάφορα αντικείμενα
-
αντικείμενο από κρύσταλλο figuratively
-
οτιδήποτε ξεχωρίζει για την καθαρότητα και την λάμψη του figuratively
-
πάγος που κρέμεται από ψηλά σαν μικρός σταλακτίτης figuratively
Ισοδύναμα
English
crystal
Παραδείγματα
“※ Μονάχα μια βιβλιοθήκη του πατέρα του κράτηξε ο Κοσμάς και ένα σκρίνιο, που 'βανε η μακαρίτισσα η μάνα του τις πορσελάνες και τα κρύσταλλά της. (Γωγώ Ατζολετάκη, Η φίλη σου, Ροζαλία, Εκδόσεις Ιωλκός, 2015 https://books.google.gr/books?id=7G56BwAAQBAJ&lpg=PA100&dq=%CF%83%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B9%CE%BF&pg=PA100#v=onepage&q=%CF%83%CE%BA%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B9%CE%BF&f=false)”
“≈ συνώνυμα: παγοκρύσταλλος”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.