Meaning of κρουνελιάζω | Babel Free
Ορισμοί
ρέω άφθονος όπως από κρουνό
literary, rare
Παραδείγματα
“※ Κοίταξα γύρω μου τον κόσμο που κρουνελιάζει, άντρες και γυναίκες, πρόσωπα αδιάφορα, άλλοι τον ανήφορο, άλλοι τον κατήφορο”
“※ Ρυάκια κρουνελιάζουν τα νερά από τα φρύδια, μουσκεύει το πρόσωπο”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.