HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κρητική διάλεκτος | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. νεοελληνική ποικιλία που μιλιέται στην Κρήτη με χαρακτηριστική έκφρασή της στις μαντινάδες. Οι ρίζες της, στα κείμενα της κρητικής λογοτεχνίας του ύστερου μεσαίωνα (συγγραφέων όπως ο Κορνάρος και ο Χορτάτσης)
  2. αρχαία κρητική διάλεκτος, αυστηρή παραλλαγή δωρικής διαλέκτου. Χαρακτηριστικό της δείγμα, στην επιγραφή της Γόρτυνος (περίπου 450 πΚΕ)

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κρητική διάλεκτος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course