Meaning of κρητιδογραφία | Babel Free
/kɾi.ti.ðo.ɣɾaˈfi.a/Ορισμοί
- μέθοδος ζωγραφικής τέχνης κατά την οποία ο καλλιτέχνης δουλεύει με χρωματιστές κιμωλίες ή μολύβια, ειδικά, πάνω σε χοντρό πορώδες χαρτί
-
έργο τέχνης που έγινε με την τεχνική αυτή figuratively
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.