Meaning of κρεμασμένος | Babel Free
/kre.maˈzme.nos/Ορισμοί
- που έχει κρεμαστεί
- στερεωμένος ή αναρτημένος σε ψηλό σημείο
-
απαγχονισμένος (αυτόχειρας ή θύμα δολοφονίας ή εκτελεσμένος) familiar
-
γαντζωμένος, γραπωμένος, απόλυτα εξαρτημένος familiar
-
εξαπατημένος familiar
Παραδείγματα
“Στον τοίχο είναι κρεμασμένο ένα πριόνι και στo τραπέζι αφημένος ένας μπαλτάς.”
“Η μπαλάντα των κρεμασμένων (Ο επικήδειος του Βιγιόν)”
“Είχε όμως τη γυναίκα κρεμασμένη πάνω του (Μπρέχτ, Η Χαζή Γυναίκα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.