Meaning of κρεατοφαγία | Babel Free
Ορισμοί
- το να τρώει κάποιος αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά κρέας
- η κατανάλωση κρέατος
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.