Meaning of κρεατέμπορος | Babel Free
/kɾe.aˈtem.bo.ɾos/Ορισμοί
άτομο που εμπορεύεται κρέας
Παραδείγματα
“※ Φοροδιαφυγή βαρέων βαρών με κρεατέμπορο από τα Χανιά, ο οποίος μέσω τριγωνικών εικονικών συναλλαγών κατάφερε μέσα σε 3 χρόνια να εισπράξει από το Δημόσιο επιστροφές ΦΠΑ 10 εκατ. ευρώ, αποκάλυψε το ΣΔΟΕ. Ο κρεατέμπορος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με πρόστιμο ύψους 51 εκατ. ευρώ.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.