Meaning of κραυγαλέος | Babel Free
/kra.vɣaˈle.os/Ορισμοί
πολύ έντονος, μεγάλος ή προκλητικός
Ισοδύναμα
English
loud
Παραδείγματα
“Near-synonyms: κατάφωρος (katáforos), προκλητικός (proklitikós)”
“κραυγαλέα αδικία”
blatant injustice
“※ και παρόλο που απο τα εγχειρίδια απουσιάζει ο έντονος κραγαλέος εθνοκεντρισμός, δε λείπει η εθνική κατήχηση (Μαρία Αδάμου, Το εκπαιδευτικό σύστημα στην υπηρεσία του εθνικού κράτους η ελληνική περίπτωση "1950-1976", Εκδόσεις Παπαζήση, 2002, σελ. 590)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.