Meaning of κρατιέμαι | Babel Free
Ορισμοί
- συγκρατούμαι, έχω αρπαχτεί από κάπου.
- κρατώ κάτι στο χέρι μου
- κρατώ το χέρι κάποιου άλλου
- αισθάνομαι νέος και ακμαίος παρά την ηλικία μου
- καταπιέζω κάτι που νιώθω, ώστε να μην εκδηλωθεί
Παραδείγματα
“όταν τρέχει το λεωφορείο, κρατιέμαι από τη χειρολαβή”
“ο γιος μου όταν έχει λεφτά, δεν κρατιέται, τα ξοδεύει αλόγιστα”
“όταν κυκλοφορούν στο δρόμο, κρατιούνται χεράκι-χεράκι”
“αυτό το αμάξι κρατιέται καλά παρά την παλαιότητά του”
“※ Κι εγώ τότε δεν μπόρεσα πια να κρατηθώ, ξέσπασα στα κλάματα. (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού, [μυθιστόρημα], 1954)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.