Meaning of κούρβουλο | Babel Free
Ορισμοί
- κούρβουλο < μεσαιωνική ελληνική κούρβουλον / κουρβούλα / κουρβούλι < κούρβος < λατινική curvus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *(s)ker- (κάμπτω, λυγίζω, γυρίζω) + *-wós
-
ο ξερός κορμός φυτού ή δέντρου. Κυρίως η λέξη αφορά κορμό κλήματος ή κούτσουρου προς καύση στο τζάκι dated, idiomatic
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.