HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κούρβα | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. ξεδιάντροπη γυναίκα, παλιογυναίκα, πόρνη, σκρόφα, σκύλα
    idiomatic, offensive
  2. γυναικείο επώνυμο

Παραδείγματα

“※ τα μάτια της ολάνοιχτα, τα πόδια της παρμένα, | και βασιλιάδων που είτανε με την Κακία και πάντα, | την κούρβα τη χυτρόχειλη και τη χαμηλοφρύδα”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κούρβα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course