Meaning of κούρβα | Babel Free
Ορισμοί
-
ξεδιάντροπη γυναίκα, παλιογυναίκα, πόρνη, σκρόφα, σκύλα idiomatic, offensive
- γυναικείο επώνυμο
Παραδείγματα
“※ τα μάτια της ολάνοιχτα, τα πόδια της παρμένα, | και βασιλιάδων που είτανε με την Κακία και πάντα, | την κούρβα τη χυτρόχειλη και τη χαμηλοφρύδα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.