Meaning of κούννα | Babel Free
Ορισμοί
-
η τροφή μέσα στους καρπούς Cypriot
- γυναικείο επώνυμο
-
ψίχα, πυρήνας, το κουκούτσι καρπού (όπως αμυγδάλου, καρυδιού) Cypriot
-
άτριχος] Cypriot, figuratively
-
ξηρός καρπός Cypriot
-
καθαρός, λευκός, όμορφος Cypriot
-
μυαλό (αυτό που είναι μέσα στο κεφάλι) Cypriot, figuratively
-
αποφλοιωμένος Cypriot
Παραδείγματα
“κούννα αμυγδάλου”
“※ (Ο άνδρας) Θέλω να είναι φυσικός με τις τρίχες του. Αν είναι αυτός ‘κούννα’ και μου βλαστήσει εμένα καμία τρίχα, θα ντρέπομαι μετά. (Μερικές το προτιμούν... τριχωτό (13 γυναίκες μάς λένε πώς προτιμούν τον άντρα), city.sigmalive.com)”
“※ Ἐξουρίσθην, ἐλούθην κι ἐγίνην κοῦννα ()”
“Η κούννα του είνεν λειψή (είναι ελαφρόμυαλος λήμμα από Μικρά Ασία, Λιβίσσι (Λειβίσσι), 1941, Κέντρο Ερεύνης Ελληνικής Λαογραφίας)”
“κουκιά κούννες (κυπριακό φαγητό)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.