HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κούλια | Babel Free

Noun CEFR B1

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  3. μικρός πύργος, πυργόσπιτο

Παραδείγματα

“※ Τόδωκε ασκέρι όσο ήθελε , κι ο Νικοθέος ήρθε στη Φουρνά και κρύφτηκε με τους Αρβανίτες στην κούλια του (Στα βουνά του Κατσαντώνη, Δημήτρης Λουκόπουλος, Βιβλιοπωλείο Σιδέρη, 1929 https://books.google.gr/books?id=S3U_AQAAIAAJ&q=%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%B1&dq=%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%B1&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwiws-mErdXuAhWPO-wKHa-QD8sQ6AEwCHoECAEQAg)”
“※ προς το εσωτερικό , εκτεινόταν ένας περιτοιχισμένος κήπος , άλλοτε του αγά της Λέρνης , και ο λιθόκτιστος πύργος του , ή « κούλια » . (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος 12, σελ. 389, Εκδοτική Αθηνών, 2000 https://books.google.gr/books?id=pk5oAAAAMAAJ&q=%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%B1&dq=%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B9%CE%B1&hl=en&sa=X&ved=2ahUKEwiws-mErdXuAhWPO-wKHa-QD8sQ6AEwBXoECAAQAg)”
“※ Τα ερείπια του κουλέ στην οδό Θράκης (1916). Όπως κάθε βαλκανική πόλη, έτσι και η Φλώρινα, είχε πυργόσπιτα (κουλάδες, kule = πύργος), έναν αρχαίο και βυζαντινό οικοδομικό τύπο, ο οποίος είχε αναβιώσει από τα μέσα του 18ου αιώνα. (http://history.eled.uowm.gr, ανακτήθηκε στις 6/2/2020)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κούλια used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course