Meaning of κούκουδο | Babel Free
Ορισμοί
- κόκκος, κουκούτσι
- οι πρώτες ελιές που πέφτουν στο έδαφος από τον αέρα, πριν ξεκινήσει το κανονικό μάζεμα
- Το σταφύλι
- οι συμπυκνωμένες σταγόνες ή αλλιώς τα «δάκρυα» του μαστιχόδεντρου
Παραδείγματα
“Απέθεσε στον πάγκο την ολόλευκη βαμβακερή μαξιλαροθήκη που χρησιμοποιούσε ως σακούλι συλλογής κάπαρης κάθε χρόνο, ώστε να μην ιδρώνουν και συγκαίονται τα κούκουδα. (Γ. Μακριδάκης, Αντί Στεφάνου, 2015)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.