Meaning of κοχλιάριο | Babel Free
/ko.xliˈa.ɾi.o/Ορισμοί
-
τεχνικό, χειρουργικό ή ειδικό εργαλείο με σχήμα κουταλιού formal
-
κουτάλι, κουταλάκι dated, formal
Παραδείγματα
“※ […] εκενώσαμεν τους σάκκους και εχύθησαν επί του εδάφους κοχλιάρια μικρά και μεγάλα, και δίσκοι, και ζάρφια, και σκεύη ποικίλα χρυσά και αργυρά […] (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.