HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κοχλιάριο | Babel Free

Noun CEFR B2
/ko.xliˈa.ɾi.o/

Ορισμοί

  1. τεχνικό, χειρουργικό ή ειδικό εργαλείο με σχήμα κουταλιού
    formal
  2. κουτάλι, κουταλάκι
    dated, formal

Παραδείγματα

“※ […] εκενώσαμεν τους σάκκους και εχύθησαν επί του εδάφους κοχλιάρια μικρά και μεγάλα, και δίσκοι, και ζάρφια, και σκεύη ποικίλα χρυσά και αργυρά […] (Δημήτριος Βικέλας, Λουκής Λάρας)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κοχλιάριο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course