Meaning of κουτσουλιά | Babel Free
/kutsuˈʎa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- το περίττωμα από πουλί
-
κάτι που είναι πολύ μικρό που έχει πολύ μικρές διαστάσεις (κυριολεκτικά ή μεταφορικά) figuratively
Ισοδύναμα
English
birdshit
Παραδείγματα
“Κάθε πρωί το αμάξι μου είναι γεμάτο κουτσουλιές.”
Every morning, my car is full of bird crap.
“Είναι μια κουτσουλιά άνθρωπος και μας το παίζει μάγκας.”
He's a little chicken shit man and he's playing it tough.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.