HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουτσομπολεύω | Babel Free

Verb CEFR C1
/ku.tso.boˈle.vo/

Ορισμοί

  1. συζητώ αργόσχολα ή σχολιάζω (κακόβουλα ή και καλόβουλα) πράξεις ή ενέργειες άλλων ανθρώπων (συνήθως απόντων)
  2. διαδίδω (ανυπόστατες και συνήθως κακόβουλες) φήμες

Ισοδύναμα

English Gossip

Παραδείγματα

“Όλο το χωριό κουτσομπολεύει τη Μαρία που κλέφτηκε με το Γιάννη.”

The whole village is gossipping about Maria who eloped with John.

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουτσομπολεύω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course