Meaning of κουτσομπολεύω | Babel Free
/ku.tso.boˈle.vo/Ορισμοί
- συζητώ αργόσχολα ή σχολιάζω (κακόβουλα ή και καλόβουλα) πράξεις ή ενέργειες άλλων ανθρώπων (συνήθως απόντων)
- διαδίδω (ανυπόστατες και συνήθως κακόβουλες) φήμες
Ισοδύναμα
English
Gossip
Παραδείγματα
“Όλο το χωριό κουτσομπολεύει τη Μαρία που κλέφτηκε με το Γιάννη.”
The whole village is gossipping about Maria who eloped with John.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.