HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουτουρντίζω | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. ξεσαλώνω, λυσσάω, παραφέρομαι
    idiomatic
  2. έχω ζαλιστεί, είμαι ζαβλακωμένος (όπως από την κούραση, κόπωση ή καταπόνηση) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
    idiomatic

Παραδείγματα

“※ Κουτουρντίζουνε όλα τα σεϊτάνια και χουγιάζουνε «κατσίβελα». (⌘ Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ' άστρα. [μυθιστόρημα], Αθήνα: Δίφρος, 1956)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουτουρντίζω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course