Meaning of κουτουρντίζω | Babel Free
Ορισμοί
-
ξεσαλώνω, λυσσάω, παραφέρομαι idiomatic
-
έχω ζαλιστεί, είμαι ζαβλακωμένος (όπως από την κούραση, κόπωση ή καταπόνηση) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) idiomatic
Παραδείγματα
“※ Κουτουρντίζουνε όλα τα σεϊτάνια και χουγιάζουνε «κατσίβελα». (⌘ Μενέλαος Λουντέμης, Ένα παιδί μετράει τ' άστρα. [μυθιστόρημα], Αθήνα: Δίφρος, 1956)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.