Meaning of Κουρούπης | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- βουνό της Σκιάθου
- φαλακρός
- ανδρικό επώνυμο, (θηλυκό Κουρούπη)
-
μεθυσμένος (& κρούπης) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) idiomatic
Παραδείγματα
“※ Ἐπῆγαν μέ τέτοιον καιρό νά κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν' ἀπ' τοῦ Κουρούπη τά κατσάβραχα, στό Στοιβωτό, ἐκεῖ πού δέν μπορεῖ γίδι νά πατήσῃ (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)”
“άλλες μορφές: Κουρουπάς”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.