HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Κουρούπης | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. βουνό της Σκιάθου
  3. φαλακρός
  4. ανδρικό επώνυμο, (θηλυκό Κουρούπη)
  5. μεθυσμένος (& κρούπης) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
    idiomatic

Παραδείγματα

“※ Ἐπῆγαν μέ τέτοιον καιρό νά κατεβάσουν ξύλα, ἀπάν' ἀπ' τοῦ Κουρούπη τά κατσάβραχα, στό Στοιβωτό, ἐκεῖ πού δέν μπορεῖ γίδι νά πατήσῃ (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)”
“άλλες μορφές: Κουρουπάς”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Κουρούπης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course