Meaning of κουρνιάζω | Babel Free
Ορισμοί
- μαζεύομαι γύρω από τον εαυτό μου, σε κάποιο σημείο, για να κοιμηθώ
- αποτραβιέμαι κάπου ήσυχα (για να κοιμηθώ), απομονώνομαι (για να ησυχάσω)
Παραδείγματα
“το βράδυ, το αρσενικό κουρνιάζει σε ένα κλαρί, έξω από τη φωλιά του, ενώ το θηλυκό μένει μέσα και συνεχίζει να κλώθει τα αβγά”
“Σταλιά σταλιά κι αχόρταγα τα πίνω τα φιλιά σου, / κουρνιάζω σαν αδύνατο πουλί στην αγκαλιά σου. (Από τραγούδι του Γιώργου Ζαμπέτα σε στίχους Διονύση Τζεφρώνη)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.