Meaning of κουρνάζος | Babel Free
/kuɾˈna.zos/Ορισμοί
-
επιδέξιος, ανοιχτομάτης dated, rare, vulgar
- ανδρικό επώνυμο
Παραδείγματα
“※ Πάντα σε συλλογίζουμαι, ντερβίση αμαξά μου, / είσαι κουρνάζος, μάγκα μου, σ’ έβαλα στην καρδιά μου (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο αραμπατζής @stixoi.info)”
“※ Βρε κουρνάζε μου τελώνη, τη ζημιά ποιος τη πληρώνει; (Βασίλης Τσιτσάνης, τραγούδι Το βαπόρι απ' την Περσία @stixoi.info)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.