HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουρνάζος | Babel Free

Noun CEFR B2
/kuɾˈna.zos/

Ορισμοί

  1. επιδέξιος, ανοιχτομάτης
    dated, rare, vulgar
  2. ανδρικό επώνυμο

Παραδείγματα

“※ Πάντα σε συλλογίζουμαι, ντερβίση αμαξά μου, / είσαι κουρνάζος, μάγκα μου, σ’ έβαλα στην καρδιά μου (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο αραμπατζής @stixoi.info)”
“※ Βρε κουρνάζε μου τελώνη, τη ζημιά ποιος τη πληρώνει; (Βασίλης Τσιτσάνης, τραγούδι Το βαπόρι απ' την Περσία @stixoi.info)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουρνάζος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course