HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουρμπέτι | Babel Free

Noun CEFR B2
/kuɾˈbe.ti/

Ορισμοί

ο εκτός της κατοικίας μας χώρος, ο επαγγελματικός χώρος, η πιάτσα· (κατ’ επέκταση) η επαγγελματική ζωή, με έμφαση κυρίως στις δυσκολίες της, στη βιοπάλη

vulgar

Παραδείγματα

“είναι πολλά χρόνια στο κουρμπέτι, είναι μέσα στα πράγματα (είναι πολύ έμπειρος, είναι χρόνια στο χώρο)”
“※ όλοι οι κουτσαβάκηδες που ζούνε στο κουρμπέτι (τραγούδι του Μάρκου Βαμβακάρη)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουρμπέτι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course