Meaning of κουρευτείτε | Babel Free
Ορισμοί
- β' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
- θα κουρευτείτε: β' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουρεύομαι
- β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κουρεύομαι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.