Meaning of κουρδιστός | Babel Free
Ορισμοί
- αυτός που μπορεί να λειτουργήσει μόνον με μηχανισμό ελατηρίων τα οποία συσπειρώνονται με κούρδισμα (ρολόι, παιχνίδι, μουσικό όργανο)
- αυτός που μοιάζει σαν να λειτουργεί με κούρδισμα, ο κουρδισμένος, που κινείται μηχανικά, σαν να μην έχει δική του βούληση
- αυτός που μοιάζει σαν να λειτουργεί με κούρδισμα ενώ είναι αδύνατον, η μίξη της ζωής και της μηχανής, η χαρά στην οποία παρεμβάλλεται σκληρά και χωρίς συναισθήματα ένα μηχανικό στοιχείο που μπορεί να είναι και η κακία
Παραδείγματα
“Τα κουρδιστά ρολόγια κοντεύουν να γίνουν αντίκες”
“Περπατούσε σαν κουρδιστή κούκλα”
“Το κουρδιστό πορτοκάλι, το βιβλίο του 'Αντονι Μπέρτζες που έγινε ταινία από τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ (A clockwork Orange) με θέμα τη βία”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.