Meaning of κουραμπιές | Babel Free
/ku.ɾaˈbʝes/Ορισμοί
- παραδοσιακό γλύκισμα από αλεύρι και βούτυρο πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη
- ανδρικό επώνυμο
-
άτομο χωρίς πρωτοβουλίες figuratively, offensive
-
άνδρας που αποφεύγει τη στράτευση, φυγόστρατος dated, figuratively, offensive
Παραδείγματα
“※ Δουλειές υπήρχαν πολλές και ζωηρές, μα οι κουραμπιέδες κ' οι απαλλαγέντες κρατούσαν όλα τα πόστα και θησαυρίζανε στα σίγουρα. (Γιώργος Θεοτοκάς Η λίμνη [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.