HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουραμπιές | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/ku.ɾaˈbʝes/

Ορισμοί

  1. παραδοσιακό γλύκισμα από αλεύρι και βούτυρο πασπαλισμένο με ζάχαρη άχνη
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. άτομο χωρίς πρωτοβουλίες
    figuratively, offensive
  4. άνδρας που αποφεύγει τη στράτευση, φυγόστρατος
    dated, figuratively, offensive

Παραδείγματα

“※ Δουλειές υπήρχαν πολλές και ζωηρές, μα οι κουραμπιέδες κ' οι απαλλαγέντες κρατούσαν όλα τα πόστα και θησαυρίζανε στα σίγουρα. (Γιώργος Θεοτοκάς Η λίμνη [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουραμπιές used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course