Meaning of κουνουπίδι | Babel Free
/ku.nuˈpi.ði/Ορισμοί
- μονοετές ποώδες φυτό του είδους Brassica oleracea που καλλιεργείται για την εδώδιμη άσπρη σφαιρική ανθοκεφαλή του
- η ανθοκεφαλή του παραπάνω φυτού, η οποία έχει κανονικό μέγεθος γύρω στα 15 εκατοστά
-
μεθυσμένος vulgar
-
είδος χτενίσματος neologism
Ισοδύναμα
English
Cauliflower
Παραδείγματα
“Greek taxonomic binominal: Βρασική η λαχανώδης ποικ. η Βοτρύτης”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.