HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουνιστός | Babel Free

Adjective CEFR B2
/ku.niˈstos/

Ορισμοί

  1. που μπορεί να κουνιέται, να ταλαντεύεται
  2. ομοφυλόφιλος
    dated, offensive

Παραδείγματα

“κουνιστή καρέκλα”
“※ Η τσουλήθρα είναι σπασμένη. Και η κούνια. Η τραμπάλα γέρνει, ενώ από το κουνιστό αλογάκι λείπει το κεφάλι. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 20.05.2009)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουνιστός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course