Meaning of κουνιστός | Babel Free
/ku.niˈstos/Ορισμοί
- που μπορεί να κουνιέται, να ταλαντεύεται
-
ομοφυλόφιλος dated, offensive
Παραδείγματα
“κουνιστή καρέκλα”
“※ Η τσουλήθρα είναι σπασμένη. Και η κούνια. Η τραμπάλα γέρνει, ενώ από το κουνιστό αλογάκι λείπει το κεφάλι. (εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 20.05.2009)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.