Meaning of κουμπότρυπα | Babel Free
/kumˈbo.tɾi.pa/Ορισμοί
- σχισμή μέσα στην οποία περνάει ένα κουμπί για να συνδεθούν δύο μέρη ενός ρούχου
- παρωχημένο, αργκό των κακοποιών) μαχαιριά
Ισοδύναμα
English
Buttonhole
Παραδείγματα
“Έβαλε ένα γαρύφαλλο στην κουμπότρυπα του σακακιού.”
“※ διαφορετικά είδη ραφής: τρύπωμα, κρυφοβελονιά, για κουμπότρυπα, κρυφό στρίφωμα, καρίκωμα (Μαθήματα Ραπτικής, ανακτήθηκε στις 28/2/2024 https://goupatou.gr/mathimata-raptikis/)”
“Του άνοιξε δυο κουμπότρυπες. (= του έριξε δυο μαχαιριές)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.