Meaning of Κουλουριώτης | Babel Free
/ku.luɾˈʝo.tis/Ορισμοί
-
άτομο που κατάγεται από οικισμό με το όνομα Κουλούρα ή Κούλουρη ή Κούλουρος ή κατοικεί εκεί demonym
- ανδρικό επώνυμο
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.