Meaning of κουλαίνω | Babel Free
/kuˈle.no/Ορισμοί
με τις ενέργειες ή τις πράξεις μου κάνω κάποιον κουλό, τον αναγκάζω να χάσει κάποιο απ’ τα άκρα του (χέρι, πόδι) ή να τα έχει με προσωρινή ή μόνιμη αναπηρία
vulgar
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.