Meaning of Κουκούρα | Babel Free
ˈku.ku.ɾaΟρισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
-
ονομασία οικισμών της Ελλάδας dated
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κούκουρας
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κούκουρας
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.