HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουκουλωθεί | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
  2. γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος κουκουλώνομαι
  3. θα κουκουλωθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος κουκουλώνομαι

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουκουλωθεί used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course