Meaning of κουκουλοφόρος | Babel Free
/kukuloˈfoɾos/Ορισμοί
αυτός που φοράει κουκούλα ή/και μάσκα, υποθετικά ώστε να μην διακρίνονται εύκολα τα χαρακτηριστικά του προσώπου
Ισοδύναμα
English
Hooded
Παραδείγματα
“Άγνωστοι κουκουλοφόροι λήστεψαν την τράπεζα.”
Unknown hooded people robbed the bank.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.