HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

κουκουβάγια

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Standard
ku.kuˈva.ʝa

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. αρπακτικό πουλί, νυκτόβιο, με σκούρο φτέρωμα, το οποίο έχει ραβδώσεις, στρογγυλό και πλατύ κεφάλι και μεγάλα μάτια με έντονο βλέμμα

Ισοδύναμα

35 more languages
Azərbaycan dilibayquş
Беларускаядамавы сыч
Catalàmussol
Galegomoucho
עבריתכוס
Hrvatskićuksovasoviћук
Íslenskaugla
ქართულიჭოტი
Қазақ тілібайғыз
Македонскикукумјавка
Nederlandssteenuiluil
ਪੰਜਾਬੀਛੋਟਾ ਉੱਲੂ
Românăcucuvea
Српскиćuksoviсоваћук
中文貓頭鷹
繁體中文貓頭鷹

Παραδείγματα

“Η κυρία Κουκουβάγια δίδασκε στο χωριό μας.”

Ms. Kukuvagia taught in our village.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη κουκουβάγια σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free