Meaning of κουκουβάγια | Babel Free
/ku.kuˈva.ʝa/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- αρπακτικό πουλί, νυκτόβιο, με σκούρο φτέρωμα, το οποίο έχει ραβδώσεις, στρογγυλό και πλατύ κεφάλι και μεγάλα μάτια με έντονο βλέμμα
Ισοδύναμα
English
little owl
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.