HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κουζούκα | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. γυναικείο επώνυμο
  2. γιλέκο, τμήμα τοπικής φορεσιάς της Σκιάθου (αλλά αναφερόμενο και στη Θράκη), είτε από στόφα ή βελούδινο, ανοιχτό μπροστά

Παραδείγματα

“※ ἡ θειά τό Μαλαμώ εἶχε τό βαρύ γουνάκι καί τήν κουζούκα της (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)”
“※ Μια κουζούκα γουνωμένη (Αρχείον Θράκης, Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού Γλωσσικού Θησαυρού, Τόμος 27-28, Εταιρεία Θρακικών Μελετών, 1962, σελ. 69)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κουζούκα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course