Meaning of κοτζάμ | Babel Free
Ορισμοί
τόσο μεγάλος, ολόκληρος (για να δηλωθεί έμφαση ή αντίθεση μεταξύ της μεγάλης ηλικίας ή μεγέθους και των πράξεων κάποιου ή της κατάστασης στην οποία βρίσκεται κάποιος ή κάτι)
Παραδείγματα
“κοτζάμ άντρας και κάνει τέτοιες χαζομάρες”
“κοίτα την, έγινε κιόλας κοτζάμ κοπέλα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.