Meaning of κοσμοπολιτικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του κοσμοπολίτικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του κοσμοπολιτικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του κοσμοπολίτικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του κοσμοπολιτική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του κοσμοπολίτικος genitive, neuter, plural
-
γενική πληθυντικού του κοσμοπολιτικό genitive, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.