HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κοσμογόνος | Babel Free

Adjective CEFR B2
/ko.zmoˈɣo.nos/

Ορισμοί

  1. που δημιούργησε ή δημιουργεί τον κόσμο
    archaic
  2. που έχουν προκύψει από αλληλεπίδραση με κοσμικές ακτίνες (ακτινοβολία που προέρχεται έξω από το ηλιακό μας σύστημα)

Παραδείγματα

“Το Κόμμα μας άντεχε και μεγάλωνε, αντλώντας δυνάμεις από την κοσμογόνα θεωρία του, από την ηρωική εργατική τάξη και τον περήφανο λαό μας (Δέκα χρόνια χωρίς τον σ. Νίκο Καλούδη, Ριζοσπάστης, 8/3/2008 https://www.rizospastis.gr/story.do?id=4455989)”
“Οι συγγραφείς της νέας μελέτης αναζήτησαν στοιχεία για ειδικά σωματίδια γνωστά ως κοσμογόνα ραδιονουκλίδια (Γιατί ανησυχεί τους επιστήμονες μια ηλιακή καταιγίδα που συνέβη πριν από 9.200 χρόνια, ertnews, 2/2/22 https://www.ertnews.gr/eidiseis/epistimi/giati-anisychei-toys-epistimones-mia-iliaki-kataigida-poy-synevi-prin-apo-9-200-chronia/, αναδημοσίευση από το περιοδικό «Nature Communications» 11/1/2022 Cosmogenic radionuclides reveal an extreme solar particle storm near a solar minimum 9125 years BP https://www.nature.com/articles/s41467-021-27891-4?utm_medium=affiliate&utm_source=commission_junction&utm_content=en_textlink&utm_campaign=3_nsn6445_deeplink_PID100052171&CJEVENT=872dde87840f11ec811e06520a180510#MOESM1)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κοσμογόνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course