Meaning of κορυφολόγος | Babel Free
Ορισμοί
μηχάνημα το οποίο διαχωρίζει με χρήση φυγόκεντρου δύναμης (φυγοκέντριση) το γάλα σε άπαχο και κρέμα, τη λεγόμενη «κορυφή» (αφρόγαλα κ.λπ.)
Παραδείγματα
“※ Αφρόγαλα ή ανθόγαλα ή καϊμάκι ή κορυφή ή κρέμα γάλατος χαρακτηρίζεται η ύλη που λαμβάνεται από την επεξεργασία του νωπού γάλατος με ειδικό όργανο, τον κορυφολόγο”
“※ Εκθέσαμε κάποια μηχανήματα όπως τον κορυφολόγο, ή αλλιώς στην καθομιλουμένη, το διαχωριστή και τον παγοθραύστη”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.