HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κορυδαλλός | Babel Free

Noun CEFR B2
/ko.ɾi.ðaˈlos/

Ορισμοί

  1. δήμος της αρχαίας Αθήνας
  2. ανδρικό όνομα
  3. ωδικό πτηνό μικρού μεγέθους που ανήκει στην οικογένεια Κορυδαλλίδες (Alaudidae) και στην τάξη Στρουθιόμορφα. Το κελάηδημά του έχει συνδεθεί με το χάραμα της μέρας.
  4. προάστιο του Πειραιά
  5. βουνό της Αττικής
  6. οικισμός του Νομού Τρικάλων

Ισοδύναμα

English Lark

Παραδείγματα

“※ Ουίλιαμ Σαίξπηρ (Shakepseare), Ρωμαίος και Ιουλιέτα Πράξη τρίτη. Μετάφραση: Δημήτριος Βικέλας”
“(συνεκδοχικά) οι φυλακές που βρίσκονται στην περιοχή”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κορυδαλλός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course