Meaning of κορυδαλλός | Babel Free
/ko.ɾi.ðaˈlos/Ορισμοί
- δήμος της αρχαίας Αθήνας
- ανδρικό όνομα
- ωδικό πτηνό μικρού μεγέθους που ανήκει στην οικογένεια Κορυδαλλίδες (Alaudidae) και στην τάξη Στρουθιόμορφα. Το κελάηδημά του έχει συνδεθεί με το χάραμα της μέρας.
- προάστιο του Πειραιά
- βουνό της Αττικής
- οικισμός του Νομού Τρικάλων
Ισοδύναμα
English
Lark
Παραδείγματα
“※ Ουίλιαμ Σαίξπηρ (Shakepseare), Ρωμαίος και Ιουλιέτα Πράξη τρίτη. Μετάφραση: Δημήτριος Βικέλας”
“(συνεκδοχικά) οι φυλακές που βρίσκονται στην περιοχή”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.