Meaning of κορτικοειδές | Babel Free
Ορισμοί
- το σχετικό με τα κορτικοειδή, που ανήκει στην κατηγορία των ανάλογων ορμονικών σκευασμάτων, των κορτικοειδών
- το σχετικό με την κορτιζόνη, που περιέχει κορτιζόνη, το κορτιζονούχο
Παραδείγματα
“Το σκεύασμα που σας συνταγογράφησαν είναι πολύ ισχυρό κορτικοειδές”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.