HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κορομηλιά | Babel Free

Noun CEFR B2
/koɾomiˈʎa/

Ορισμοί

  1. φυλλοβόλο δέντρο (είδος Prunus cerasifera) με λευκά ή ροζ άνθη και καρπό το κορόμηλο
  2. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  3. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

English cherry plum

Παραδείγματα

“※ Δεν είχε πολλά λουλούδια, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας, υπήρχε όμως μια τεράστια μαβιά μπουκαμβίλια, ένα γέρικο αλμυρίκι και μια άγρια κορομηλιά. (Μαριάννα Τσαντίλη, Σαν ψίθυρος στην έρημο, εκδ. Καστανιώτη, 2014)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κορομηλιά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course