Meaning of κορομηλιά | Babel Free
/koɾomiˈʎa/Ορισμοί
- φυλλοβόλο δέντρο (είδος Prunus cerasifera) με λευκά ή ροζ άνθη και καρπό το κορόμηλο
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- γυναικείο επώνυμο
Ισοδύναμα
English
cherry plum
Παραδείγματα
“※ Δεν είχε πολλά λουλούδια, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας, υπήρχε όμως μια τεράστια μαβιά μπουκαμβίλια, ένα γέρικο αλμυρίκι και μια άγρια κορομηλιά. (Μαριάννα Τσαντίλη, Σαν ψίθυρος στην έρημο, εκδ. Καστανιώτη, 2014)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.