HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κορακίστικα | Babel Free

Noun CEFR C1
/koɾaˈcistika/

Ορισμοί

  1. ακατανόητα λόγια είτε λόγω ξένης γλώσσας είτε λόγω πολύ εξειδικευμένης ορολογίας
    figuratively
  2. ιδιωματική συνθηματική διάλεκτος με την παρεμβολή, ανάμεσα στις συλλαβές, άλλης συλλαβής συνήθως της κα αλλά κάθε ομάδα ατόμων που τη χρησιμοποιεί έχει δικούς της κανόνες

Ισοδύναμα

English pig latin

Παραδείγματα

“Άσε τα κορακίστικα και μιλά καθαρά!”

Stop speaking gibberish and speak properly!

“εγώ ξέρω ότι δεν λύνεται έτσι το πρόβλημα, τα υπόλοιπα είναι κορακίστικα”
“δενκε κακατακαλακαβαικενεικι κοκορακακικιστικικακα:δεν καταλαβαίνει κορακίστικα”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κορακίστικα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course