HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of κοντοστέκομαι | Babel Free

Verb CEFR C1

Ορισμοί

  1. σταματάω ενώ περπατάω, συνήθως ξαφνικά, για λόγους αμφιβολίας, δισταγμού, σκέψης ή άλλης ενέργειας
  2. διστάζω
    broadly

Παραδείγματα

“κοντοστάθηκε λίγο στο περίπτερο δήθεν για να διαβάσει τις εφημερίδες”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See κοντοστέκομαι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course