Meaning of κονταρομάχος | Babel Free
Ορισμοί
- εκείνος που μάχεται με κοντάρι (π.χ. στο μεσαίωνα)
- ο ιδεαλιστής που δίνει μάχες για ιδανικά και υπερασπίζεται τους αδύναμους
-
ο ισχυρός, ο ανδρείος, ο εξουσιαστής figuratively
Παραδείγματα
“Ηλιος κονταρομάχος, παντοκράτορας της ερημιάς (Ρίτσος, η δίψα του Μυστρά)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.