Meaning of κονδύλια | Babel Free
/kon.ðiˈli.a/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του κονδύλιο accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Κονδυλιάς
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Κονδυλιάς
- γυναικείο όνομα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.