Meaning of κομβολόγιον | Babel Free
Ορισμοί
-
κομπολόι Katharevousa
-
κομποσχοίνι Katharevousa
-
μηχάνημα με κάδους, συνδεδεμένους αλυσιδωτά, που κινούνται κυκλικά για την άντληση νερού ή ανύψωση άλλων πραγμάτων dated
Παραδείγματα
“Τέλος καλόγηρός τις Σιναΐτης τῇ ἐδώρησεν ἡγιασμένον κομβολόγιον, εἰπὼν αὐτῇ νὰ τὸ βαπτίζῃ καὶ νὰ πίνῃ τὸ ὕδωρ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Το χριστόψωμο)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.