Meaning of Κολωνακιώτης | Babel Free
/ko.lo.naˈco.tis/Ορισμοί
-
αυτός που κατάγεται από το Κολωνάκι ή κατοικεί εκεί demonym
-
ο Κολωνακιώτης adjective
Παραδείγματα
“Ήρθε ένας Κολωνακιώτης και μου είπε να μην παρκάρω εκεί. Οι κολωνακιώτες καταστηματάρχες θέλουν την περιοχή ελεύθερη.”
“Ήρθε ένας Κολωνακιώτης και μου είπε να μην παρκάρω εκεί. Οι κολωνακιώτες καταστηματάρχες θέλουν την περιοχή ελεύθερη.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.