HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Κολωνακιώτης | Babel Free

Noun CEFR C1
/ko.lo.naˈco.tis/

Ορισμοί

  1. αυτός που κατάγεται από το Κολωνάκι ή κατοικεί εκεί
    demonym
  2. ο Κολωνακιώτης
    adjective

Παραδείγματα

“Ήρθε ένας Κολωνακιώτης και μου είπε να μην παρκάρω εκεί. Οι κολωνακιώτες καταστηματάρχες θέλουν την περιοχή ελεύθερη.”
“Ήρθε ένας Κολωνακιώτης και μου είπε να μην παρκάρω εκεί. Οι κολωνακιώτες καταστηματάρχες θέλουν την περιοχή ελεύθερη.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Κολωνακιώτης used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course